Αρτουά


Αρτουά
Ιστορική επαρχία της βόρειας Γαλλίας. Ο νομός Πα-ντε-Καλέ κατέχει σήμερα τα περισσότερα εδάφη της. Συνορεύει ΒΑ με τη Φλάνδρα και Ν και Δ με την Πικαρδία. Καλύπτεται από χαμηλούς λόφους. Στο δυτικό τμήμα της βρίσκεται η γαλλοβελγική ανθρακοφόρα λεκάνη. Έχει ανεπτυγμένη γεωργία και κτηνοτροφία. Από την Α. πήραν το όνομά τους τα αρτεσιανά φρέατα. Τοπίο στην Αρτουά, την ιστορική περιοχή της βόρειας Γαλλίας, που είναι πλούσια σε κοιτάσματα άνθρακα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Λουδοβίκος — I (γαλλ. Luis, γερμ. Ludwig). Όνομα τεσσάρων αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους. 1. Λ. Α’, ο Ευσεβής ή Αγαθός (γερμ. Ludwig der Fromme, γαλλ. Louis le Pieux ή Louis le Debonnaire, Σασενέιγ, Ακουιτανία 778 –… …   Dictionary of Greek

  • Πα-ντε-Καλαί — (Pas de Calαis). Νομός της Β. Γαλλίας, που αποτελείται από τμήματα των περιφερειών Αρτουά, Μπουλόν και του στενού του Καλαί, απ’ όπου πήρε και το όνομά του (έκταση 6.672 τ. χλμ.). Πρωτεύουσά του είναι η πόλη Αράς. Κυριότερα προϊόντα του νομού… …   Dictionary of Greek

  • αα — Ονομασία ποταμών της Ευρώπης. 1. Ποταμός (29 χλμ.) της Β Γαλλίας. Έχει τις πηγές του στα υψώματα της περιοχής Αρτουά και εκβάλλει στη Βόρεια θάλασσα, κοντά στην πόλη Γκρανβλίν. Είναι πλωτός σε μήκος 20 χλμ. 2. Παλαιά ονομασία του ποταμού Λιελούπε …   Dictionary of Greek

  • μαλλί — Κοινή ονομασία για το έριο, υφαντική ίνα η οποία λαμβάνεται κυρίως από το τρίχωμα του προβάτου, αλλά και άλλων μηρυκαστικών θηλαστικών όπως το μ. αλπακά, βικούνιας, λάμας, καμήλας, καθώς και το μ. μοχέρ (από την capra angorensis) και κασμίρ (από… …   Dictionary of Greek

  • τοπιογραφία — Ζωγραφική που έχει αποκλειστικό θέμα το τοπίο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συλλάβει και να εικονίσει ο ζωγράφος ένα τοπίο. Είναι π.χ. δυνατό να είναι απλώς ένα διακοσμητικό φόντο, που προορίζεται να καλύψει ένα κενό πίσω από το κύριο θέμα του… …   Dictionary of Greek

  • φίλιππος — I Όνομα 5 βασιλιάδων της Μακεδονίας. 1. Φ. A’. Γιος του Αργαίου και πατέρας του Αερόπου, τρίτος ή έκτος βασιλιάς της Μακεδονίας. Βασίλεψε από το 621 έως το 588 π.Χ., και έπεσε πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών. 2. Φ. B’. Πατέρας του Μεγάλου… …   Dictionary of Greek

  • Αζενκούρ — (Azincourt). Χωριό της βόρειας Γαλλίας, στην κομητεία Αρτουά, κοντά στο οποίο έγινε μεγάλη μάχη μεταξύ του αγγλικού και του γαλλικού στρατού, στις 25 Οκτωβρίου 1415, κατά τον Εκατονταετή πόλεμο. Οι Άγγλοι στρατιώτες του νεαρού βασιλιά Ερρίκου Ε’ …   Dictionary of Greek

  • Άλενμπι, Έντμουντ Χένρι — (Edmund Henry Allenby, Λονδίνο 1861 1936). Άγγλος στρατιωτικός. Kατατάχθηκε στον στρατό το 1879 και πήρε μέρος στις εκστρατείες της Αφρικής, ιδίως εναντίον των Μπόερς. Το 1914 πολέμησε επικεφαλής μεραρχίας ιππικού στη Γαλλία και την περίοδο 1915… …   Dictionary of Greek

  • Αράς — (Arras). Πόλη (40.600 κάτ. το 2002) της βόρειας Γαλλίας, στην περιοχή Αρτουά, στις όχθες του ποταμού Σκαρπ. Είναι πρωτεύουσα του νομού Πα ντε Καλέ. Αποτελεί αξιόλογο καλλιτεχνικό και βιομηχανικό κέντρο, ενώ υπήρξε γενέτειρα του Ροβεσπιέρου κ.ά. Η …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.